νουθετώ

νουθετώ
(ε) μετ. наставлять, делать наставления; читать нравоучения

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "νουθετώ" в других словарях:

  • νουθετώ — νουθετώ, νουθέτησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • νουθετώ — (ΑΜ νουθετῶ, έω, Μ και νοθετῶ) παραινώ, συμβουλεύω κάποιον προκειμένου ιδίως να συνετίσω άτομο που έχει διαπράξει σφάλμα, ορμηνεύω, δασκαλεύω μσν. 1. ελέγχω ή επιτιμώ κάποιον 2. παροτρύνω, παρακινώ 3. παραγγέλλω αρχ. 1. προειδοποιώ, υπενθυμίζω 2 …   Dictionary of Greek

  • νουθετώ — νουθέτησα, νουθετήθηκα, νουθετημένος, δίνω συμβουλές, συμβουλεύω, ορμηνεύω, δασκαλεύω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νουθετῶ — νουθετέω put in mind pres subj act 1st sg (attic epic doric) νουθετέω put in mind pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νουθετίζω — (ΑΜ νουθετίζω) νουθετώ, συμβουλεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. < νουθετώ, κατά τα ρημ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • αντινουθετώ — (Α ἀντινουθετῶ έω) ανταποδίδω νουθεσία, νουθετώ αυτόν που με νουθετεί …   Dictionary of Greek

  • απινύσσω — ἀπινύσσω (Α) 1. είμαι ανόητος 2. πέφτω αναίσθητος. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + πινύσσω «συνετίζω, νουθετώ»] …   Dictionary of Greek

  • αρμηνεύω — και ορμηνεύω νουθετώ, συμβουλεύω. [ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. < ερμηνεύω, με προληπτική ανομοίωση του ε σε α ή ο ] …   Dictionary of Greek

  • διαβάζω — (Μ διαβάζω) Ι. 1. αναγνωρίζω γραπτά σύμβολα 2. (για ιερείς) απαγγέλλω λειτουργικό κείμενο νεοελλ. 1. κάνω ανάγνωση ενός κειμένου είτε νοερά είτε με απαγγελία 2. μελετώ 3. διδάσκω σε κάποιον ανάγνωση 4. προγυμνάζω μαθητή 5. συμβουλεύω, νουθετώ 6.… …   Dictionary of Greek

  • διατάζω — (AM διατάσσω και διατάττω) 1. τακτοποιώ, διευθετώ 2. δίνω εντολή, προστάζω («καὶ ἐγένετο ὅτε ἐτέλεσεν ὁ Ἰησοῡς διατάσσων τοῑς δώδεκα μαθηταῑς αὐτοῡ», ΚΔ) νεοελλ. 1. διατάξτε απάντηση που δείχνει προθυμία για υπακοή 2. νουθετώ, συμβουλεύω («γιατ… …   Dictionary of Greek

  • διδάσκω — και διδάχνω (AM διδάσκω, Μ και διδάχνω) 1. μαθαίνω σε κάποιον κάτι, μεταδίδω γνώσεις («εδίδασκε τα ελληνικά γράμματα», «τὸν διδάσκει τοὺς δεσμοὺς ἐκεῑνος τῆς ἀγάπης», «σε... ἱπποσύνας ἐδίδαξαν», «μέ δίδαξε η ζωή», «πολλὰ διδάσκει μ ὁ πολὺς… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»